Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Η γλύκα δεν είναι αμαρτία


O Γιώργος Σταυρόπουλος είναι αόμματος και μένει στο Ζγκορζέλετς σε ένα κτίριο που μένουν κι άλλοι ανάπηροι. Η γυναίκα του είναι στην Ανατολική Γερμανία για να κάνει ένα ορθοπεδικό πόδι. Παρακάλεσε έτσι να τον βοηθάει κάποιος ή κάποια να παίρνει το φαγητό και να του ετοιμάζει το δωμάτιο. Τέτοιες εκδουλέψεις δίνονταν και σ' άλλους ανήμπορους. 
Στο Γιώργο ο υπεύθυνος έστειλε μια 18χρονη, που όπως έλεγε, ο άντρας της σκοτώθηκε λίγες μέρες μετά το γάμο τους. Τούτη ήταν άρρωστη από φυματίωση, αλλά τώρα βασικά είναι καλά και περιμένει να τη στείλουν στη δουλειά. 
Ο Γιώργος κάπως την κατάφερε, πέρα απ' την περιποίηση για την οποία του την έστειλαν, να τον περιποιείται και σα να ήταν γυναίκα του. Μια μέρα κλειδώνουν την πόρτα και το ρίχνουν στο όργιο. Έρχεται το μεσημέρι και πουθενά να πάνε για φαγητό. Κανένας δεν το πρόσεξε. Το βράδυ, για να μην του φύγει, την κλειδώνει και πάει στην Εστία μόνος του. Πάλι δεν αντιλήφθηκε κανένας τίποτα το παράξενο. Νυχτώνει ξημερώνει ο Γιώργος τη Βαρβάρα την έχει μανταλωμένη κι οργιάζει. Να όμως που έρχεται στο κτίριο ο γιατρός και πρέπει να περάσουν όλοι να τους εξετάσει. Ο υπεύθυνος πάει σε κάθε δωμάτιο να τους ειδοποιήσει. Ο συγκάτοικες της Βαρβάρας λένε ότι έχουν να την ιδούν τρεις μέρες. Πάνε στο Σταυρόπουλο και χτυπάνε. Τούτος δεν απαντάει. Τελικά έσπασαν την πόρτα και τους βρήκαν και τους δυο. Ανακρίσεις... Η Βαρβάρα, ύστερα από ένα φοβέρισμα, τα ομολογεί όλα με κάθε λεπτομέρεια. Φυσικά εδώ δεν γράφονται. 
Το βράδυ έκτακτη κομματική συνέλευση. Ο Σταυρόπουλος διαγράφεται από μέλος του ΚΚΕ. Την άλλη μ' ένα συνοδό στα Γραφεία της Κ.Ο. 
Πατριωτάκι, μου λέει, θέλω να παραμείνω μέλος του Κόμματος. Για το Κόμμα έδωσα τα μάτια μου. Αυτό που με κατηγορούν δεν είναι έγκλημα. Μια γυναίκα ήθελε να γλυκαθεί. Γλύκα έδωσα. Δεν έδωσα πίκρα. Αν δεν ερχόταν ο γιατρός να εξετάσει τους ανάπηρους, κανένας δεν θα μάθαινε το περιστατικό.
Η Κ.Ε. δεν τον διέγραψε. Μόνο τον τιμώρησε με μομφή.  Φυσικά με μεγάλη επιείκεια. Πήρε ακόμα υπόψη το ότι η Βαρβάρα δεν διαμαρτυρήθηκε για τα όσα έγιναν. 

*** 

Κώστας Τσοπανάκης, Ιστορίες της προσφυγιάς (ανέκδοτο).


[1] Στη φωτογραφία ζευγάρι Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην Γντίνια της Πολωνίας.

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Το Άσμα Ασμάτων μου


 
Επειδή υπάρχει έν' άδειο δωμάτιο όπου τα λευκά σου χέρια φωτίζουν τις νύχτες μου. Επειδή υπάρχει ένα κρεβάτι με μια ινδιάνικη σκηνή στο κέντρο του για να κρυβόμαστε απ' όλους χωρίς ρούχα  και μνήμη· επειδή στην άκρη του κρεβατιού είναι δεμένος ένας σκύλος και μια καμηλοπάρδαλη.
Επειδή υπάρχει ένα κομοδίνο για ν' ακουμπάς το άσπιλο όνομά σου κι εγώ τα περισσευούμενα χέρια μου. Επειδή μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου υπάρχει ένα τετράδιο για να γράψουμε μαζί ένα ποιήμα που αποδεικνύεται στο τέλος πως πρόλαβε να το γράψει ένας άλλος.
Λοιπόν, είμαι εγώ αυτός ο αιώνιος άλλος κι είσαι εσύ το "Άσμα Ασμάτων" μου.  Και κάθε απόγευμα χιονίζει με τέτοια δύναμη φλόγες μες στο δωμάτιο, που ξεκολλούν οι φωτογραφίες μας απ' τους τοίχους κι αγκαλιάζονται. 

*** 

Δημήτρης Αγγελής[1], Σχεδόν βιβλικά, Πόλις, Αθήνα 2017.

                                                                 
[1] Ο Δημήτρης Αγγελής βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για την ποιητική του συλλογή "Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου", που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ.

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Μια γραφομηχανή για να γράφω


Ένα χαρτόκουτο με νεκροκεφαλές προβάτων. Ένα μεταμεσονύχτιο κορίτσι με κερί που ανακαλύπτει έξω απ' το δωμάτιό του ένα λευκό τριαντάφυλλο κι ένα κόκκινο γάντι. Μια προτομή ακουμπισμένη πρόχειρα σε ψάθινη καρέκλα -αντί για φωτοστέφανο στο κεφάλι έχει καναρίνι. Ένας συσκευασμένος γύψινος Ιησούς. Μια γραφομηχανή για να γράφω. 
Ένα ποτήρι ακουμπισμένο στο περβάζι. Ένας εσταυρωμένος ιχθύς. Τα σύνεργα μιας αποκαθήλωσης. Ο περαστικός σκύλος που άφησε αποτυπώματα στο σεντόνι. Ο αέρας γεμάτος χνουδωτά αλεξίπτωτα από τις πικραλίδες. Κάποτε το απόθεμα των αγίων και των ποιητών σου τελειώνει. Όλοι μετακομίζουν. Απομένει άδειο το διαμέρισμα, μόνο με μια γραφομηχανή για να γράφεις. 

***

Δημήτρης Αγγελής, Σχεδόν Βιβλικά, Πόλις, Αθήνα 2017.
 

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Ένοικοι


Κανονικά δεν θα ΄πρεπε να διαμαρτύρομαι
η στοιχειώδης συνέπεια απαιτεί
βλέπεις εγώ κι άλλος κανένας 
τους έφερα εδώ τους εγκατέστησα
όμως κι αυτοί λες επίτηδες

μαζεύονται ώρες παράξενες
θυμώνουν εξεγείρονται φωνάζουν
τις νύχτες μετακινούν τα έπιπλα
εν είδει επείγουσας ανάγκης 
τηλεόραση δεν βάζουν
κάποτε μάλιστα όταν βρέχει
τρελαίνονται ελαφρώς, σας βεβαιώ.

Γυρίζοντας καμιά φορά κατάκοπη
σκέφτομαι να καλέσω τις αρχές
κάτι τέτοιοι θα ΄ναι παράνομοι το δίχως άλλο
αλήτες άξεστοι μηδενικά -
ώσπου συνέρχομαι ξανά, θυμάμαι

πως είναι απλώς δραπέτες 
των δικών μου ονείρων
κι έτσι ασφαλώς εξηγείται
η αμήχανη οικειότητα που νιώθω
ρίχνοντας φευγαλέα ματιά στα πρόσωπά τους
όταν διασταυρωνόμαστε στις σκάλες

***

Μαρία Μπαλοπούλου, Υδάτινοι πόροι, Στιγμή, Αθήνα 2017

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Ωρέ πού έφτασε η επιστήμη!


Στα αμπάρια του καραβιού που μας μετέφερε από την Αλβανία στην Πολωνία... 
Συντροφιές οι μέχρι χτες αντάρτες λένε τα βάσανά τους και για το μέλλον τους που είναι μαύρο. 
Σε μια τέτοια συντροφιά κι ο Πάνος ο Πατής απ' τη Λειβαδιά. Πρώτη φορά μπαίνει σε καράβι και θέλει να μάθει μια σειρά πράγματα.  Βλέπει τα σωσίβια και ρωτάει τι είναι αυτά. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
- Τι είναι αυτά, ρε παιδιά;
- Πεπιεσμένο σαλάμι, του απαντάει ο Τζακώστας, ένας αρχικαλαμπουρτσής. 
- Και γιατί το 'χουνε εκεί πέρα κρεμασμένο; 
- Όταν καμιά φορά ναυαγήσει το καράβι και υποχρεωθούν οι ναύτες να ριχτούν στη θάλασσα, κόβουν και από ένα κομμάτι για να τρώνε μέχρι που θα φτάσουν τα ναυαγοσωστικά, συμπληρώνει ο Πάπιστας, ενώ οι γύρω δεν μπορούν να κρατήσουν τα γέλια τους. 
Και πάνω σ' αυτά ακούγεται ο Πάνος να λέει:
- Ωρέ, πού έφτασε η επιστήμη!
Την άλλη μέρα το περιστατικό έπαιρνε τη θέση του σαν πρώτη είδηση της σατιρικής εφημεριδούλας (χειρόγραφης) του καραβιού κι ο Πάνος έψαχνε να βρει τους ανταποκριτές και τους συντάχτες να κάνει καυγά γιατί τον συκοφάντησαν. Μεσολάβησαν, όμως, οι πιο ψύχραιμοι και το κακό αποσοβήθηκε. Αλλά το "πού έφτασε η επιστήμη" ήταν  για όλα τα χρόνια στο στόμα των προσφύγων της Πολωνίας. 

Κώστας Τσοπανάκης, Ιστορίες της προσφυγιάς (ανέκδοτο).


***

Στη φωτογραφία το ατμόπλοιο Kosciuszko. Το φθινόπωρο του 1949, περίπου 800 αντάρτες του ΔΣΕ ταξίδεψαν από την Αλβανία ως τα λιμάνια της Βαλτικής κρυμμένοι στα αμπάρια του πλοίου.

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη: Ίρις Σαμαρτζή

"From the Earth to the moon"
 
Η Ίρις Σαμαρτζή έχει εικονογραφήσει δεκάδες παιδικά βιβλία. Η πιο πρόσφατη δουλειά της είναι η σειρά "Μικρά ταξίδια με τη φαντασία του Ιουλίου Βερν", στην οποία συνεργάζεται με τον Αντώνη Παπαθεοδούλου. Το βιβλίο τους "Το τελευταίο γράμμα" κέρδισε το βραβείο Compostela και εκδόθηκε στις γλώσσες της Ιβηρικής χερσονήσου.  

 
"Robur the conqueror"
Πες μας λίγα λόγια για τη ζωή σου. Πότε ξεκίνησες να ζωγραφίζεις, πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την εικονογράφηση;
  
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζωγράφιζα. Υποθέτω είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους που γνώριζαν εξαρχής τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια εποχή που είχα ζητήσει από τη μητέρα μου να μου πάρει ένα μεγάλο χαρτόνι 2 μέτρων (ενδέχεται να ήταν και μικρότερο, απλά εμένα να μου φάνταζε τεράστιο σε κείνη την ηλικία) και κάθε μέρα μετά το σχολείο πέρναγα ατέλειωτες ώρες τελειοποιώντας το έργο μου: ένα πορτοκαλί φίδι που ήταν τρένο -με παράθυρα και καμπίνες- και που όλα τα ζωάκια επιβιβάζονταν σε αυτό. Δυστυχώς το έργο έχει χαθεί.  

Η εικονογράφηση πάντα με ενέπνεε.  Λάτρευα τις μικρές λεπτομέρειες που έκρυβε η κάθε εικόνα. Μάζευα πάντα παιδικά βιβλία με μια διάθεση συλλογής και κάποια στιγμή, αφού τελείωσα τη σχολή και αφού δούλεψα μερικά χρόνια σε πιο “γήινες” δουλειές, είδα ότι δεν πήγαινε άλλο. Όσο κι αν προσπαθούσα, δεν απέδιδα. Κατά βάθος ήξερα τι ήθελα να κάνω, απλά φοβόμουνα. Ε, μάζεψα τα κουράγια μου, μάζεψα τις δουλειές μου σε ένα φάκελο και άρχισα να χτυπάω τις πόρτες των εκδοτών. Κάπως έτσι ξεκίνησα, και συνεχίζω, ευτυχής πραγματικά που μπορώ και ζω κάνοντας αυτό που αγαπώ περισσότερο.


Θέλεις να μοιραστείς μαζί μας μια ξεχωριστή εμπειρία σου στην εικονογράφηση ενός βιβλίου;

Ξεχωριστή εμπερία είναι κάθε βιβλίο που εικονογραφώ. Είναι μια άλλη ιστορία, ένα νέο ταξίδι σε καινούργια μέρη. Ίσως, αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιο, θα ξεχώριζα το “Τελευταίο γράμμα” κι αυτό ως προς τη διαδικασία: το σεμινάριο που πήγαμε στην Αταπουέρκα της Ισπανίας με τον Αντώνη Παπαθεοδούλου, τη δουλειά που κάναμε εκεί, τους άπειρους καφέδες που ήπιαμε, τα ατέλειωτα storyboards και μετά τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, το ανέλπιστο βραβείο Compostela, την άψογη συνεργασία με τον Kalandraka και την έκδοση του βιβλίου στις γλώσσες της Ιβηρικής χερσονήσου. 

Τι υλικά χρησιμοποιείς συνήθως;
 
Μμμμ… αυτή η φωτογραφία αρκεί; Λείπουν βέβαια τα μολύβια, οι ξυλομπογιές, οι τέμπερες και πολλά πολλά άλλα.


Ποια στιγμή της ημέρας προτιμάς να δουλεύεις; Ζωγραφίζεις πάντοτε στο σπίτι;

Δουλεύω πάντα τα χαράματα. Ξυπνάω γύρω στις 5 το πρωί. Μου αρέσει η ησυχία εκείνης της ώρας και είμαι πάντα πιο διαυγής. Την “επίσημη” ζωγραφική την κάνω στο σπίτι. Την ουσιαστική δουλειά όμως (την ιδέα, τη σκέψη, το στήσιμο) που είναι και η πιο δύσκολη, την κάνω οπουδήποτε: στο τρένο, σε καφετέριες, σε μποτιλιάρισμα, στο κρεβάτι μου λίγο πριν ξυπνήσω. Αυτή η δουλειά δεν έχει ωράριο και δεν έχει και συγκεκριμένο τόπο εργασίας. Είναι απλά ένα μυαλό που ταξιδεύει, κι όπου πάει.

"2000 leagues under the sea"

Ετοιμάζεις κάτι αυτόν τον καιρό;

Πάντα ετοιμάζω κάτι. Τώρα δουλεύω το επόμενο βιβλίο της σειράς “Μικρά ταξίδια με τη φαντασία του Ιουλίου Βερν” που κάνουμε με τον Αντώνη Παπαθεοδούλου και τις εκδόσεις Παπαδόπουλος. Συγχρόνως επεξεργάζομαι κι ένα σωρό άλλα μεγαλεπήβολα πρότζεκτ που δεν μπορώ να μοιραστώ προς το παρόν, γιατί είπαμε… είναι μεγαλεπήβολα.

Πρόσφατα έκανες μια σειρά εικονογραφήσεων για τις ιστορίες του Ιουλίου Βερν, όπως διασκευάστηκαν από τον Αντώνη Παπαθεοδούλου. Σκέφτομαι πως όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Βερν θα είναι πάντοτε επίκαιρος και, παρότι κλασικός, προσφέρεται για  διαφορετικές εικονογραφήσεις. Υπάρχει ένα κείμενο, βιβλίο, παραμύθι, που θα ήθελες να εικονογραφήσεις και δεν το έχεις κάνει ακόμη;

Η αλήθεια είναι πως δεν εχω κάποιον κρυφό πόθο για ένα συγκεκριμένο παραμύθι.   Το μόνο αν θες απωθημένο, είναι να βγάλω κάποιες δικές μου ιδέες που κάθονται στο συρτάρι και αραχνιάζουν τόσα χρόνια και να τις κάνω ένα βιβλίο δικό μου ή ακόμα καλύτερα ένα animation. Αυτό μόνο. 

Από ποιους εικονογράφους (κλασικούς ή σύγχρονους) έχεις εμπνευστεί; Υπάρχει κάποια τάση ή κίνημα στην τέχνη που σε έχει επηρεάσει περισσότερο;  

Κίνημα ή συγκεκριμένη τάση δεν υπάρχει. Υπήρχε ο Enki Bilal, που δεν το ξέρει φυσικά, αλλά με έμαθε να ζωγραφίζω. Υπήρχε ο Gaudi, ο Jean Dubuffet, o Hundertwasser, ο Karel Appel, o Corneille, η Niki de saint Phalle, o Ακριθάκης και τόσοι τόσοι άλλοι που μου μάθανε να αγαπώ το χρώμα και τα μοτίβα. Και μετά ήρθαν οι Roger Olmos, Einar Turkowski, Delphine Durand, Muriel Kerba, David Roberts, Anna Laura Cantone, Christian Voltz κ.α. Kαι τώρα έχουν έρθει οι I. Arsenault, C.Sobral, Stian Hole, Maisie Paradise Shearring, Carson Ellis και άλλοι άλλοι πολλοί. 

AΛΛΑ πριν από όλους αυτούς υπήρξε ο Ali Mitgutsch που είχαν βιβλία του τα ξαδέλφια μου στο σπίτι τους και τρελαινόμουνα με τις εικόνες του και τις λεπτομέρειές του. Και θεωρώ πως μαζί με την "Κιβωτό του Νώε" της Judy Brook και  τα βιβλία του Alain Gree αποτελούν τα τρία ονόματα με έκαναν να θέλω να γίνω εικονογράφος.  

Η εικόνα διαμορφώνει τη φαντασία. Όταν ζωγραφίζεις, σκέφτεσαι ότι οι εικόνες θα ζωντανέψουν στη φαντασία των παιδιών; 
 
Πάντα δουλεύω με τη σκέψη ότι θέλω ένα παιδί να ψάξει μέσα στην εικόνα. Να σταθεί σε επιμέρους λεπτομέρειες, να δει παράλληλες ιστορίες στο κάδρο, να παρατηρήσει. Ουσιαστικά να δει όλο το δάσος, όχι μόνο το δέντρο. Δεν ξέρω αν με αυτό ζωντανεύω τη φαντασία των παιδιών ή την ισοπεδώνω. Η επιθυμία μου πάντως είναι να τα μαγέψω.

Τι σχέση έχει ένας εικονογράφος με την παιδικότητα; Πόσο καθορίζουν τη δουλειά του οι παιδικές του αναμνήσεις; 
 
Νομίζω ότι όλοι όσοι ασχολούμαστε με αυτή τη δουλειά κουβαλάμε πάντα το μικρό παιδί που ήμασταν κάποτε. Μαζί μ' αυτό έρχονται και παιδικές αναμνήσεις, βιώματα. Όλα αυτά, θέλοντας και μη, αποτυπώνονται στο χαρτί. Για παράδειγμα, το σαλόνι της γιαγιάς μου υπάρχει σε διάφορα βιβλία που έχω εικονογραφήσει. Άλλες φορές μια πολυθρόνα, άλλες ένα τραπεζάκι ή μια λάμπα. Υποθέτω πως έτσι νιώθω οικείο το χώρο που εικονογραφώ, τον κάνω δικό μου με έναν τρόπο. Δουλεύω πιο άνετα και νιώθω ασφαλής  μέσα σε αυτόν.

Έχεις ασχοληθεί αρκετά με την εικονογράφηση και τα εξώφυλλα παιδικών βιβλίων. Η εικόνα ασκεί σίγουρα μιας μορφής διαπαιδαγώγηση. Μπορεί μέσα από το έργο ενός εικονογράφου να καλλιεργηθεί στο παιδί η ευαισθησία απέναντι στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου; 
 
Εννοείται πως η εικόνα έχει και αυτόν το ρόλο, είτε είναι σε βιβλίο, είτε σε μια ταινία ή σε μια διαφήμιση. Δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα φυσικά -μακάρι να μπορούσε- αλλά ένα μικρό σποράκι μπορεί να το ρίξει. Η λεπτομέρεια μιας εικόνας αρκεί για να διαμορφώσει εμμέσως αντιλήψεις. Και μάλιστα όσο λιγότερο διδακτική είναι η εικόνα, τόσο πιο  αποτελεσματική θεωρώ πως γίνεται.

"Around the world in 80 days"
Στο σύγχρονο ψηφιακό κόσμο ποια είναι η θέση του παιδικού βιβλίου; Πώς βλέπεις το μέλλον του;  

Δεν θεωρώ ότι η σύγχρονη τεχνολογία καταργεί το παιδικό βιβλίο. Απλά του δίνει ένα νέο χαρακτήρα. Κακά τα ψέματα, αν ένα βιβλίο είναι καλό είτε το διαβάσεις τυπωμένο, είτε το διαβάσεις από τάμπλετ, πάλι καλό βιβλίο θα είναι. Και πάλι για ανάγνωση θα μιλάμε. Το μόνο που κάνει τη διαφορά είναι το βιβλίο σαν αντικείμενο. Και αυτό δύσκολα ανατρέπεται. Και μόνο η ράχη ενός βιβλίου  σημαίνει πολλά για τον αναγνώστη.

Παρατηρείς τα τελευταία χρόνια πως η εικονογράφηση του παιδικού βιβλίου στρέφεται προς νέες κατευθύνσεις; (π.χ: συνδυασμός ζωγραφικής και κολάζ, στροφή προς το ναΐφ, νέα υλικά κ.λπ).  

Παρατηρώ τεράστια ελευθερία. Μια στροφή στην παιδικότητα και την απλότητα. Το βλέπω και σε μένα, που ίσως και λόγω της δουλειάς μου στο σχολείο, τα τελευταία χρόνια μου αρέσουν οι απλές ξυλομπογιές και οι χαλασμένοι μαρκαδόροι -ναι, αυτοί οι γνωστοί, οι χωρίς καπάκια, που γράφουν και δε γράφουν αλλά μουντζουρώνουν υπέροχα! 

Ουσιαστικά τα μέσα παραμένουν τα ίδια. Μόνο ο υπολογιστής έχει προστεθεί ως προς την επεξεργασία.  Αλλά το γοητευτικό σε αυτή τη δουλειά είναι αυτό που λέω πάντα: Χιλιάδες εικονογράφοι, όλοι με τα ίδια 5-10 υλικά στα χέρια τους. Πως γίνεται και προκύπτουν τόσο διαφορετικές δουλειές μεταξύ τους;  Και τόσο υπέροχες και μοναδικές όλες; Ρητορικό ερώτημα αυτό...

***

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Υπόδειγμα λογοτεχνικής κριτικής

USSR (1933)

Είναι Γενάρης του 1942. Κάνει κρύο, όλοι πεινούν. Η σόμπα του δωματίου είναι σβηστή, οι τρεις νέοι φορούν τα παλτά τους, τουρτουρίζουν και καπνίζουν αρειμανίως. Ο Αλέκος, εκκολαπτόμενος λογοτέχνης, διαβάζει στο Χριστόφορο και τον αφηγητή το λογοτεχνικό του πόνημα με τον τίτλο "Σιωπή". Το έργο είναι αντιστασιακό. Όταν ολοκληρώνεται η ανάγνωσή του, οι σύντροφοί του γνωμοδοτούν:

Ο Χριστόφορος του έκανε δριμύτατη κριτική, εκφράζοντας την έκπληξή του και τη λύπη του, που ο Αλέκος είχε χαραμίσει ένα τόσο ωραίο και επίκαιρο θέμα, βιάστηκε όμως να προσθέσει ότι το πράγμα διορθωνότανε πολύ εύκολα, αρκεί να πρόσθετε ο Αλέκος μερικές λεπτομέρειες, που θα πολιτικοποιούσαν τη "Σιωπή" του και φυσικά έπρεπε να αλλάξει το δίχως άλλο το τέλος, για να φανεί καθαρά ότι ο συγγραφέας του έργου πιστεύει ακράδαντα στην τελική νίκη. Κατέκρινα κι εγώ το έργο, είπα ανοιχτά τη γνώμη μου στον Αλέκο, τονίζοντας πως έμενε ασαφής η κοινωνική προέλευση και κατάσταση των ηρώων του και το κυριότερο, κάνανε αντίσταση κατά τρόπο ελάχιστα ρεαλιστικό (άλλωστε και το όλο έργο δεν ήτανε καθόλου ρεαλιστικό, βασικό ελάττωμα κι αυτό βεβαίως, αλλά δεν ήθελα να είμαι υπερβολικά αυστηρός σ' αυτό το σημείο). Μα έστω κι έτσι, θα μπορούσε ο Αλέκος να πει τα πράγματα με τ' όνομά τους και να μην αφήσει απαράδεκτες ασάφειες (δεδομένου ότι, όπως και να 'χε, αντιστασιακό ήτανε το έργο του και συνεπώς παράνομο και συνεπώς θα έπρεπε να κρύψει ούτως ή άλλως τα χειρόγραφα) θα μπορούσε λοιπόν να το πει καθαρά πως τα όσα διηγείται γίνονται στις μέρες μας (δηλαδή κατά τη διάρκεια της Κατοχής) και να κατονομάσει την Κυβέρνηση  που διατάζει την τοποθέτηση μικροφώνων σε όλα τα σπίτια (μικροφώνων συνδεδεμένων με ένα Ακουστικό Κέντρο, όπου οι επί τούτο διορισμένοι ωτακουστές συναλλάζονται μέρα νύχτα και φορούνε ακουστικά και μπορούνε με τη βοήθεια ειδικών συσκευών, δίκην τηλεφώνων να πούμε, να συνδέονται με όποιο σπίτι ή διαμέρισμα θέλουν και να ακούνε τι λένε οι πολίτες της χώρας - γιατί να μην τους πει κατεχόμενους ο Αλέκος και γιατί να μην προσδιορίσει σαφώς πως πρόκειται για την Ελλάδα;) Εν πάση περιπτώσει, αν παραγνώριζε κανείς τη βασική αδυναμία του έργου, την αντιρεαλιστική του βάση, θέλω να πω (διότι βεβαίως καμία κυβέρνηση δεν σκέφτηκε, ούτε θα σκεφτεί ποτέ να τοποθετήσει ανοιχτά τα ωτακουστικά της μικρόφωνα στα σπίτια)  το πράγμα παρουσίαζε αρκετό ενδιαφέρον[1]

*** 

 
[1] 'Αρης Αλεξάνδρου, Το κιβώτιο, Κέδρος, Αθήνα 1998.
[2] Στη φωτογραφία μια σκηνή βγαλμένη από το "Κιβώτιο": ο Στάλιν, ο Γκόρκι και ο Βοροσίλοφ -ως αφηγητής, Αλέκος και Χρισότοφορς αντίστοιχα- κουβεντιάζουν για τη λογοτεχνία.