Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Γιάννης Σκαρίμπας - Α' μέρος


 

Ασυμβίβαστος χαρτονομουτροκατασκευαστής

 

Το 2014 είχε ονομαστεί "'Ετος Γιάννη Σκαρίμπα". Έκλεισαν τριάντα χρόνια από το θάνατό του. Λίγο πριν εκπνεύσει ο χρόνος οργανώθηκαν, μάλλον βεβιασμένα, εκδηλώσεις, παρουσιάσεις και ημερίδες. Στις δημοτικές βιβλιοθήκες άνθρωποι που εκτίμησαν το έργο του διάβασαν αποσπάσματα των βιβλίων του. Σε κάποιες περιπτώσεις ακολούθησαν γόνιμες συζητήσεις που αφορούσαν την προσφορά του στα γράμματα.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984. Σ' ένα απόσπασμα από τη διαθήκη του έγραφε: 

... Πράγματι, εξελθών του επαγγέλματός μου -νόμω- με σύνταξιν 1722 δρχ. από 1/1/62, και αφαιρουμένων των δραχμών 600 των, δια διατροφήν, επιδικασθεισών ταις Κυρίαις, απέμειναν δρχ. 1122, δια την προσωπικήν επιβίωσίν μου. Δηλαδή, όσαι, ουδέ διά τα τσιγράρα μου, τις εφημερίδες, και την -τυχόν- ιατροφαρμακευτικήν περίθαλψίν μου αρκεταί. Ευτυχώς ότι η κυρά-Βασιλική, κατέχουσα καλώς την πλεκτικήν (πουλόβερ, κάλτσες κ.λπ.) και αρκετά την "μοδιστρικήν", ηδυνήθημεν να φυτοζωήσωμεν μαζί υπό την ιδίαν μας στέγην.

Ο Σκαρίμπας γεννήθηκε το 1893 στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος και πέθανε το 1984 στη Χαλκίδα. Θεωρούσε τον εαυτό του "ανάξιο ανηψιό των αρχιλήσταρχων θείων του και απόγονο των Σουλιωτών προγόνων του". Μέχρι τα δεκαέξι του χρόνια φορούσε τσαρούχια και φουστανέλα. Το 1919 εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα και βιοπορίστηκε ως εκτελωνιστής.  

"Έζησε ολόκληρο το υπόλοιπο του βίου του στη Χαλκίδα, την οποία εμμόνως και με ιδιαίτερο πάθος κατέστησε συμμέτοχο των μυθιστοριών του, χρησιμοποιώντας την περιπόθητη πόλη ως μια τεράστια θεατρική σκηνή. [...] Ασυμβίβαστος, ιδιόρρυθμος και ανατροπέας ων, ο Σκαρίμπας έζησε άσημος, παρεξηγημένος, φτωχός -σχεδόν πένης. Η αναγνώριση ήρθε εδώ πολύ αργά: κατόπιν εορτής, και για τον συγγραφέα, και για τα γράμματά μας" [1].  

Με ένα μαλακό πακέτο πάντοτε στην τσέπη του πουκαμίσου του, ένα άφιλτρο τσιγάρο στο χέρι, χοντρά γυαλιά, ρουφηγμένα μάγουλα, ρυτιδιασμένο πρόσωπο, ο Σκαρίμπας υπήρξε μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Κοιτάζει κανείς τις φωτογραφίες του και νιώθει πως αυτό το πρόσωπο δεν υπήρξε ποτέ νέο. 

"Άκρως ιδιάζουσα και ακραία (όχι όμως και μοναδική), η περίπτωση Σκαρίμπα θέτει επί τάπητος το σκοτεινό πρόβλημα της, ηθελημένης και μη, συγχύσεως των αξιών, που καταταλαιπωρεί μονίμως τα γράμματά μας. Ποιητής, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, καραγκιοζοπαίχτης και χαρτονομουτροκατασκευαστής, ενδεχομένως δε και ιστοριογράφος, ο Γιάννης Σκαρίμπας με το παράξενο, αλλόκοτο και ανατρεπτικό του έργο [...] αυτός ακριβώς ο Σκαρίμπας δεν μνημονεύεται καν -ουδέ άπαξ, στην τελευταία -έστω- έκδοση του 1985 της Ιστορίας της Νεοεελληνικής Λογοτεχνίας του Κ.Θ. Δημαρά" [2].  

Εκείνος που έκανε μια κάπως εκτενέστερη αναφορά στον Γιάννη Σκαρίμπα και το έργο του ήταν ο Mario Vitti, που τον ενέταξε στη Γενιά του '30, διαχωρίζοντάς τον παράλληλα απ' αυτήν. Ο κριτικός που τον ξεχώρισε ήταν ο Τέλλος Άγρας. Υπερρεαλιστής πριν από τους υπερρεαλιστές, νεωτεριστής σε εποχές παραδοσιακές, πρόδρομος του ελληνικού αντι-μυθιστορήματος, ελεύθερος μύστης της γλώσσας με καθαρά προσωπική αισθητική, ο Σκαρίμπας ανέσυρε από το κατακάθι της τύπους που ανέδειξε σε ποιητικούς. 

Αντισυμβατικός και οξύς αμφισβητητής κάθε κατεστημένου, τα βάζει με τους "κυρίους" που δέχονται επισκέψεις στη γιορτή τους, τους συζύγους, τα γενέθλια, τα σουαρέ, τις βραδιές μπριτζ, την τιμή και την υπόληψη των αστών, τις ζωούλες τους, που θυμίζουν ρόδα που γυρνά μονότονα. 

Η ειρωνική διάθεση και η σουβλερή ματιά με την οποία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους γίνονται λυρισμός και καλοσύνη όταν αφουγράζεται τη φύση γύρω του. Είναι καλός και κακός, άνθρωπος και "απάνθρωπος", ελεύθερος και αναγκασμένος να σπάει διαρκώς δεσμά, αγγελικός μα και δαιμόνιος. Είναι το Θείο Τραγί. 

Εμείς καλλιεργούμε μόνο από έρωτα προς την ελευθερία το ψέμα -ένα ψέμα όλο ποίηση, μιαν αναποδιά όλην οίστρο- ενώ αυτοί είναι αυτόδουλοί του και σκλάβοι του. Η συμφωνία τους είναι ν' αλληλοκλέβουνται έντιμα, ενώ η κλεψιά είναι άτιμη. Είν' η συνθήκη τους τίμια με σήμα κατατεθέν της το ψέμα. Τι μπρίο! Τι μπρίο! Πώς διάλολο συσχετίζουν τα άσχετα; Πώς μπρε μάτια μ' συμβιβάζουν τα άκρα; Είναι όλοι τους "τίμιοι" κατά τον πιο άτιμο τρόπο!... Πού να τους παραβγούμε εμείς οι κακόμοιροι σ' αυτή τους την ανομία τη νόμιμη, σ' αυτή την πεπειραμένη αρετή τους. Είναι πολύ πεζεβένηδες.
Να, γι' αυτό γκιζιρνάμε. Μήτε σπείρουμε, μήτε θερίζουμε γιατί για μας είναι τα χούματα μπρούτζινα και νικέλινη η γη μας. Τα Έθνη, οι πολιτείες, οι τόποι, δεν έχουνε σύνορα στον δικό μας το χάρτη και τα δυο ημισφαίρια μας πέφτουνε λίγα. Η ζωή μας δεν ανέχεται όρια. Εμείς ένα σύνορο ξέρουμε: των σολών μας το πάτι. Είμαστε μεις πολίτες του απείρου, κ' έχουμε κ' εμείς μια σφραγίδα: τον πάτο μας. Μ' αυτήν σφραγίζουμε μεις τα πιστοποιητικά της τιμής των [3]
Γιάννη Σκαρίμπα, Το Θείο Τραγί



[1] Παπαδημητρακόπουλος Η., 1997, "Γιάννης Σκαρίμπας", Η μεσοπολεμική πεζογραφία μας. Από τον Πρώτο ως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, Σοκόλης, Τόμος Η' . 
[2] ό.π.
[3]  Γιάννη Σκαρίμπα, Το Θείο Τραγί, Νεφέλη, Αθήνα 1993

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου